Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Μια σταλιά Ελλάδα


Καθισμένη στις πίσω θέσεις  ενός λεωφορείου κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Ένα τοπίο τελείως διαφορετικό απλώνεται γύρω μου. Ξεράγκαθα στολίζουν τα βράχια και πού και πού ξεχωρίζει καμιά πρασινάδα ως δυσαρμονία. Ο ήλιος έχει πυρώσει το χώμα και έχει ξεράνει τη βλάστηση κι όμως όλα δείχνουν τόσο ζωντανά και συνάμα τόσο ήρεμα. Ναι, η μεγαλύτερη διαφορά βρίσκεται στη γαλήνη που αποπνέει αυτός ο τόπος. Τα τζιτζίκια έχουν αντικαταστήσει τη βουή της μεγαλούπολης και αυτά τ’ απόλυτα ομοιόμορφα άσπρα σπιτάκια με τα μπλε παράθυρα το γκρίζο των πολυκατοικιών. Δρόμοι που μετά βίας χωρούν ένα αυτοκίνητο είναι διπλής κατεύθυνσης και στις άκρες αντί για συστάδες παρκαρισμένων Ι.Χ μπορεί να δεις γαϊδουράκια.

Μ’ είχε κουράσει η Αθήνα και μου  ‘χε λείψει το χωριό. Αυτή η ησυχία σε ταξιδεύει μακριά, αφήνει το μυαλό σου να καθαρίσει και τις σκέψεις να μπουν σε μια τάξη (επιτέλους). Περπατούσαμε μετά το ποτό στην ακροθαλασσιά κι έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά. Σταμάτησα ξαφνικά κι έμεινα λίγο πιο πίσω, ύστερα τους φώναξα «κοιτάξτε φαίνονται τ’ αστέρια». Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχα δει τους τελευταίους μήνες, λες κι επειδή τα φωτά της πόλης τα κρύβουν είχα ξεχάσει την ύπαρξή τους. Ο φωτισμός στα σοκάκια του νησιού ήταν χαμηλός κι έτσι βαδίζαμε στο φεγγαρόφωτο, κι ας ήταν σκοτεινά κανείς δε φοβόταν.

Θάλασσα, πόση δύναμη μπορεί να μου ασκεί αυτό το απέραντο γαλάζιο; Χαζεύω τα κύματα που σκάνε στην ακτή άλλοτε με φόρα κι άλλοτε τόσο φυσικά, σχεδόν απαρατήρητα. Σκάφη κάθε λογής αράζουν στο λιμάνι, ενώ περιστασιακά βλέπεις τα φουγάρα των πλοίων της γραμμής στον ορίζοντα. Βράχια κρέμονται πάνω απ’ τα κρυστάλλινα νερά και στο βάθος ήλιος. Σκαλίζω την άμμο με τα δάκτυλα των  ποδιών μου και περιμένω το επόμενο κύμα για να διορθώσει την παραφωνία μου και ξανά, αν είχα κουβαδάκια νομίζω θα’ φτιαχνα και κάστρο, σα μικρό παιδί.

Φυσάει. Μες στη λαύρα του καλοκαιριού αυτά τα μελτέμια είναι αναζωογονητικά.  Τα πνευμόνια σου απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα, και το κορμί σου δροσίζεται καθώς οι στάλες ιδρώτα εξαφανίζονται. Ένα μοναστήρι στέκει περήφανα στο βράχο, βγάζω το κεφάλι μου έξω από ένα παραθυράκι κι εισπνέω αχόρταγα θυμάρι βουνίσιο.  Αυτή η μυρωδιά ήταν σα να σφράγισε το καλοκαίρι μου κι ας έχει μείνει χρόνος ακόμα.

Είναι το ίδιο συναίσθημα, αυτό που νιώθω μπροστά σ ΄ ένα λευκό φύλλο χαρτί με το μολύβι στο χέρι. Πρέπει να γεμίσω τη σελίδα κι ας μην έχω ιδέα τι θα γράψω ή πώς θα ξεκινήσω. Είναι αυτός ο περίεργος φόβος κι αυτή η ανασφάλεια, μπορεί να΄ναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει ποτέ ή η μεγαλύτερη βλακεία μου,  ίσως πάλι κάτι αδιάφορο. Από την άλλη υπάρχει κι ένας ενθουσιασμός για το καινούριο. Πάντα φοβόμουν τα νέα ξεκινήματα και μάλιστα τα περισσότερα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει τα έκανα όταν απέρριπτα το ρίσκο μιας αρχής, είναι η πρώτη φορά που αυτή τη νέα αρχή (όποια κι αν είναι) την περιμένω.

ανάμεσα στα βουνά το χωριό της γιαγιάς μου, κάπου στη Μάνη...


Δεν υπάρχουν σχόλια: